COVID-19: H παραλλαγή “τζίτζικας” εξαπλώνεται – Boηθάει το εμβόλιο;
Το εμβόλιο δεν χάνει την αξία του. Απλώς η νέα παραλλαγή μάς υπενθυμίζει ότι ο ιός συνεχίζει να εξελίσσεται και ότι κανένα όπλο δεν είναι απόλυτο.

Μια νέα παραλλαγή του κορωνοϊού, η BA.3.2 με το ανεπίσημο όνομα «Cicada» που σημαίνει “τζίτζικας”, κάνει αισθητή την παρουσία της σε πολλές χώρες.
Η ταχύτητα εξάπλωσής της προβληματίζει τους επιστήμονες, αλλά το μεγαλύτερο ερώτημα που απασχολεί τόσο τους ειδικούς όσο και το κοινό είναι ένα: το υπάρχον εμβόλιο COVID-19 εξακολουθεί να βοηθά;
Για να κατανοήσουμε την απάντηση, πρέπει πρώτα να δούμε τι κάνει την BA.3.2 διαφορετική. Ανήκει στην οικογένεια της Όμικρον, αλλά σε σύγκριση με τα κυρίαρχα στελέχη της περιόδου 2025-26 (τα οποία ανήκαν στην υποομάδα JN.1), η Cicada φέρει 70 με 75 γενετικές αλλαγές στην πρωτεΐνη-ακίδα. Η πρωτεΐνη-ακίδα είναι το «κλειδί» που χρησιμοποιεί ο ιός για να εισβάλει στα κύτταρα, αλλά είναι και το σημείο στο οποίο βασίζονται τα εμβόλια: την χρησιμοποιούν ως «φωτογραφία» για να εκπαιδεύσουν το ανοσοποιητικό σύστημα να αναγνωρίζει και να εξουδετερώνει τον ιό.
Όταν η πρωτεΐνη-ακίδα αλλάζει τόσο δραστικά, το ανοσοποιητικό σύστημα δυσκολεύεται να την αναγνωρίσει. Αυτό σημαίνει ότι το εμβόλιο είναι άχρηστο;
Οι μελέτες δείχνουν ότι τα εμβόλια εξακολουθούν να μειώνουν σημαντικά τις νοσηλείες και τους θανάτους, ακόμα και έναντι παραλλαγών που δεν ταιριάζουν απόλυτα. Ωστόσο, η προστασία δεν είναι το ίδιο ισχυρή όσο με τα στελέχη για τα οποία σχεδιάστηκαν. Το ανοσοποιητικό σύστημα χρειάζεται περισσότερο χρόνο για να κινητοποιηθεί, και αυτό το χρονικό διάστημα μπορεί να είναι αρκετό για να εγκατασταθεί η λοίμωξη.
Η μεγαλύτερη ανησυχία δεν είναι ότι η Cicada προκαλεί σοβαρότερη νόσο. Η ανησυχία είναι ότι, επειδή το εμβόλιο δεν την αναγνωρίζει εξίσου καλά, μπορεί να μολύνει περισσότερους ανθρώπους ταυτόχρονα, οδηγώντας σε ένα κύμα κρουσμάτων.
Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται για ευάλωτες ομάδες: άτομα με χρόνιες πνευμονοπάθειες, καρδιοπάθειες, διαβήτη, ανοσοκαταστολή ή καρκίνο. Γι’ αυτούς, ακόμα και μια «ήπια» λοίμωξη μπορεί να αποδειχθεί επικίνδυνη. Επιπλέον, ο μακροχρόνιος COVID εξακολουθεί να εμφανίζεται στο 3% περίπου των κρουσμάτων, ποσοστό που δεν είναι αμελητέο.
Η απάντηση, λοιπόν, στο ερώτημα «βοηθάει το εμβόλιο;» είναι ναι, αλλά όχι τόσο αποτελεσματικά όσο με προηγούμενες παραλλαγές. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να διατηρήσουμε και άλλα μέτρα: μάσκες υψηλής ποιότητας σε κλειστούς χώρους, καλό αερισμό, πλύσιμο χεριών, παραμονή στο σπίτι όταν έχουμε συμπτώματα, και –κυρίως– εμβολιασμό για όσους δεν έχουν κάνει την τελευταία αναμνηστική δόση, καθώς οποιαδήποτε προστασία είναι καλύτερη από καμία.