Το μεγάλο ριφιφί του αιώνα που παραμένει άλυτο

Έχουν περάσει 33 χρόνια από την ληστεία-φάντασμα στην Τράπεζα Εργασίας τον Δεκέμβριο του 1992 και οι δράστες παραμένουν άγνωστοι αλλά έγιναν… σίριαλ
Λίγες ημέρες πριν οι Αθηναίοι αποχαιρετίσουν το 1992 και υποδεχτούν τον νέο έτος, ειδικά οι κάτοικοι που ζούσαν στην περιοχή του Νέου Κόσμου κοιμόντουσαν ανυποψίαστοι για το διαδραματιζόταν στα… έγκατα της ευρύτερης γειτονίας τους. Πώς, άλλωστε, θα μπορούσαν να γνωρίζουν ότι κάτω από την οδό Καλλιρόης, σε μια υπόγεια φλέβα της πόλης που κάποτε υπήρξε η κοίτη του Ιλισσού, κάποιοι άγνωστοι «έγραφαν» μεθοδικά ένα από τα πιο εντυπωσιακά εγκλήματα της σύγχρονης Ελλάδας: τη διάρρηξη της Τράπεζας Εργασίας.
Στα μέσα του… περσινού –πλέον– Δεκεμβρίου έκανε το τηλεοπτικό ντεμπούτο της στη συνδρομητική πλατφόρμα της COSMOTE η μίνι σειρά με τίτλο «Ριφιφί». Το πολλά υποσχόμενο τηλεοπτικό πρότζεκτ φέρει τη σκηνοθετική υπογραφή του Σωτήρη Τσαφούλια και τους ήρωες υποδύονται γνωστοί Έλληνες ηθοποιοί. Αυτό, ωστόσο, που μοιάζει να κάνει τη διαφορά είναι η ίδια η ιστορία που αντλεί την έμπνευσή της από τη διαβόητη ληστεία που έγινε το ξημέρωμα της 20ης Δεκεμβρίου του 1992 στο νούμερο 19 της οδού Καλλιρόης που έδρευε ένα από τα υποκαταστήματα της Τράπεζας Εργασίας.
Οι πρώτοι διδάξαντες
Η μέθοδος του ριφιφί που διάλεξαν οι Έλληνες δράστες για να μπουν τον Δεκέμβρη του 1992 στην Τράπεζα Εργασίας δεν ήταν κάτι καινούργιο. Την είχε… πρωτοδιδάξει μία ομάδα διαρρηκτών το 1899 στη Μασσαλία, οι οποίοι αναζητώντας τρόπο να αποκτήσουν πρόσβαση σε ένα κοσμηματοπωλείο τρύπησαν το πάτωμα ενός γραφείου που βρισκόταν στον από πάνω όροφο. Μάλιστα, μισό αιώνα αργότερα ο Ζυλ Ντασέν σκηνοθέτησε την ταινία «Rififi» που έμελε να χαρίσει και τον επίσημο εγκληματολογικό όρο στις πιο… σοφιστικέ ληστείες του είδους.
Το τούνελ ήταν ένα μικρό τεχνικό θαύμα. Κατά μήκος του, τα συνεργεία της Αστυνομίας βρήκαν ξύλινα υποστυλώματα τοποθετημένα με ακρίβεια, αλλά και ράγες πάνω στις οποίες κινούνταν ένα αυτοσχέδιο βαγονέτο που κρίθηκε απαραίτητο για να απομακρύνονται τα μπάζα της εκσκαφής. Σύμφωνα με τα ρεπορτάζ της εποχής δεν επρόκειτο για μια πρόχειρη σήραγγα, αλλά για έργο που απαιτούσε χρόνο, σχεδιασμό, εργαλεία και εμπειρία. Οι εκτιμήσεις των ειδικών ανέφεραν ότι για την ολοκλήρωσή του μπορεί να χρειάστηκαν από δέκα ημέρες έως και τρεις μήνες – χρονικό διάστημα που μαρτυρά πως όσοι ανέλαβαν τη δουλειά είχαν απόλυτη ελευθερία κινήσεων και γνώριζαν καλά τι έκαναν.
Η πολύτιμη λεία
Μέσα από αυτή τη σήραγγα, οι άγνωστοι εισέβαλαν στο υπόγειο της τράπεζας σαν σκιές. Χωρίς θόρυβο, χωρίς λάθη. Παραβίασαν 301 από τις 1.151 θυρίδες, επιλέγοντας με ακρίβεια τι θα πάρουν και τι θα αφήσουν. Τα… λάφυρα δεν ήταν μόνο χρήματα. Στις θυρίδες βρίσκονταν πολύτιμα αντικείμενα, οικογενειακά κειμήλια, συμβόλαια και έγγραφα που όλα μαζί αποτιμώνταν κατ’ εκτίμηση στα 5 δισεκατομμύρια δραχμές (σ.σ. πάνω από 14,6 εκατομμύρια σε ευρώ) ποσό που ήταν τεράστιο όχι μόνο για την εποχή του αλλά και για σήμερα.
Το επόμενο πρωί, οι υπάλληλοι της τράπεζας βρέθηκαν μπροστά σε μια εικόνα σχεδόν κινηματογραφική. Το θησαυροφυλάκιο δεν είχε ίχνη βίαιης παραβίασης. Η δουλειά ήταν καθαρή, αθόρυβη, σχολαστική, σαν να είχε την υπογραφή επαγγελματιών που ήξεραν πώς να ανοίγουν δρόμους και πώς να κρύβουν τα ίχνη τους.
Αν και η Ελληνική Αστυνομία κινητοποιήθηκε άμεσα, οι πρώτες έρευνες δεν έφεραν αποτέλεσμα. Οι δράστες είχαν εξαφανιστεί χωρίς να αφήσουν πίσω τους το παραμικρό που θα πρόδιδε την ταυτότητά τους ή τον πορεία διαφυγής τους. Στις 12 Ιανουαρίου 1993, ένας ψαράς στη Βραυρώνα ανακάλυψε τυχαία σε μια ερημική παραλία ομόλογα, επιταγές και έγγραφα που ανήκαν σε θυρίδες της Τράπεζας Εργασίας. Το εύρημα αυτό ενίσχυσε το σενάριο ότι οι ληστές ίσως επιβιβάστηκαν σε σκάφος και διέφυγαν στο εξωτερικό, αφήνοντας πίσω ό,τι δεν είχε για αυτούς ιδιαίτερη αξία.
Άνθρακες ο θησαυρός των συλλήψεων
Η υπόθεση πήρε νέα τροπή τον Ιούλιο του 1994, όταν, μέσα από τις φυλακές Κορυδαλλού, ένας Σύρος κρατούμενος, ο Τζουμάχ Χαλίντ, κατονόμασε πέντε Έλληνες ως υπεύθυνους της διάρρηξης. Ο ένας ήταν ο υποδιευθυντής του υποκαταστήματος της Τράπεζας Εργασίας, Αναγνώστης Καλαφάτης. Οι υπόλοιποι ήταν ο υπάλληλος των ΕΛΤΑ Λάμπρος Κότσαλος μαζί και οι επιχειρηματίες Στέλιος Κολοβός, Διονύσης Παπασταμάτος και Μανώλης Σπανουδάκης.
Ο Χαλίντ ισχυρίστηκε ότι συμμετείχε ο ίδιος στο σκάψιμο της σήραγγας και την τοποθέτηση των υποστυλωμάτων, αλλά ότι οι υπόλοιποι τον «έριξαν» και δεν του έδωσαν τα 30.000.000 δραχμών που όπως είπε είχαν συμφωνήσει για αμοιβή.
Η κατάθεσή του κρίθηκε τότε επαρκής για την έκδοση ενταλμάτων σύλληψης. Ο Καλαφάτης και ο Παπασταμάτος προφυλακίστηκαν, ο Κότσαλος αφέθηκε ελεύθερος με περιοριστικούς όρους, ενώ ο Κολοβός και ο Σπανουδάκης καταζητούνταν.
Η υπόθεση πήρε διαστάσεις μεγαλύτερες από μία ληστεία έστω και πρωτόγνωρη για τα ελληνικά χρονικά, όμως ο «θησαυρός» των συλλήψεων αποδείχτηκε… κάρβουνο. Τον Νοέμβριο του 1994, ο Χαλίντ, σε τηλεοπτική συνέντευξη, ανακάλεσε πλήρως τους ισχυρισμούς του. Λίγο αργότερα, τον Ιανουάριο του 1995, το επιβεβαίωσε και ενώπιον της Δικαιοσύνης.
Οι προφυλακισμένοι αποφυλακίστηκαν, ενώ τον Απρίλιο της ίδιας χρονιάς συνελήφθη ο Κολοβός, ο οποίος υποστήριξε ότι βρισκόταν στο εξωτερικό για να συγκεντρώσει στοιχεία που θα αποδείκνυαν την αθωότητά του. Το φθινόπωρο του 1995, με βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών, όλοι οι κατηγορούμενοι απαλλάχθηκαν και ο φάκελος της υπόθεσης έκλεισε, χωρίς να αποδοθεί ποτέ καμία κατηγορία.
Οι θεωρίες που κυκλοφόρησαν στα επόμενα χρόνια ήταν πολλές. Μία από αυτές ήθελε πίσω από το ριφιφί να βρίσκεται η οργάνωση «Επαναστατικός Λαϊκός Αγώνας», με τη συνεργασία τραπεζικών υπαλλήλων. Μία άλλη μιλούσε για εμπλοκή της ιταλικής μαφίας, καθώς παρόμοια διάρρηξη είχε γίνει σε τράπεζα του Μιλάνο. Τίποτε όμως δεν αποδείχθηκε ποτέ.
Το μεγάλο ριφιφί της Τράπεζας Εργασίας παρέμεινε ένα τέλειο έγκλημα: καθαρό, σιωπηλό, αινιγματικό όπου κανείς δεν ξέρει ποιοι το διέπραξαν και πού βρίσκονται σήμερα.
ΠΗΓΗ www.iapopsi.gr