Αντώνης Σαμαράς: Η προειδοποίηση και η δικαίωση

Οι δημόσιες και διαρκείς τοποθετήσεις του πρώην πρωθυπουργού ενοχλούν, γιατί απλά αφαιρούν το… άλλοθι της άγνοιας

Στο μεταίχμιο μιας ιστορικής μετάβασης, αποκτά βαρύνουσα σημασία η σύγκριση δύο κόσμων. Από τη μια, η πολιτική της παθητικής προσαρμογής που ακολουθεί ο Μητσοτάκης και οι συν αυτώ. Από την άλλη, η διορατική, επίμονη και συχνά ενοχλητική για τους κρατούντες προειδοποίηση του Αντώνη Σαμαρά.

Σε μια εποχή όπου η εξωτερική πολιτική παρουσιάζεται όλο και συχνότερα ως τεχνοκρατική διαχείριση «ροών», «πλαισίων» και «πακέτων», ο Αντώνης Σαμαράς μοιάζει να ανήκει σε μια διαφορετική σχολή σκέψης. Όχι επειδή αγνοεί τη σκληρή πραγματικότητα της ισχύος, αλλά ακριβώς επειδή την κατανοεί βαθύτερα από τους περισσότερους τεχνοκράτες της εξουσίας.

 

Οι παρεμβάσεις του δεν είναι συναισθηματικές, ούτε ιδεολογικά φορτισμένες με την έννοια του παρελθόντος. Είναι παρεμβάσεις ανθρώπου που έχει πλήρη επίγνωση του πώς αλλάζει ο κόσμος και τι σημαίνει αυτό για χώρες που δεν έχουν την πολυτέλεια να κάνουν λάθη. Ο Σαμαράς αντιλαμβάνεται ότι το 2026 δεν είναι απλώς συνέχεια μιας ασταθούς διεθνούς περιόδου. Είναι το σημείο καμπής όπου η διεθνής τάξη εγκαταλείπει οριστικά τη ρητορική των αρχών και περνά στη γλώσσα των ωμών συναλλαγών .

 

Η διαφορά αντίληψης: Ειρήνη-Αξία vs Ειρήνη-Εργαλείο

 

Εκεί όπου η ειρήνη δεν νοείται πλέον ως αξία, αλλά ως εργαλείο. Εκεί όπου οι συγκρούσεις δεν «λύνονται» με βάση το δίκαιο, αλλά μετατρέπονται σε λειτουργικά σχήματα που επιτρέπουν τη ροή ενέργειας, εμπορίου και ισχύος. Αυτό που κάνει τη στάση του Σαμαρά να ξεχωρίζει είναι ότι δεν αιφνιδιάζεται από αυτή τη μετάβαση. Την είχε διαγνώσει πολύ πριν γίνει κυρίαρχη.

 

Γνώριζε και φώναζε ότι οι μεγάλες δυνάμεις δεν ενδιαφέρονται για το ποιος έχει ιστορικά ή νομικά δίκιο, αλλά για το ποιος διευκολύνει τους σχεδιασμούς τους. Και γνωρίζει επίσης ότι σε έναν κόσμο «μεγάλων συμφωνιών», τα μικρά και μεσαία κράτη κινδυνεύουν θανάσιμα όχι όταν αντιστέκονται, αλλά όταν αποδέχονται εκ των προτέρων ότι δεν μπορούν να αντισταθούν.

Σε αυτό το σημείο βρίσκεται και ο πυρήνας της σκέψης του Σαμαρά. Η χώρα μας δεν απειλείται επειδή βρίσκεται σε ένα δύσκολο γεωπολιτικό περιβάλλον, αυτό ήταν πάντα δεδομένο. Απειλείται επειδή τείνει να εσωτερικεύσει τη λογική ότι οι εξελίξεις είναι αναπόφευκτες και ότι ο ρόλος της περιορίζεται στη διαχείριση των συνεπειών τους. Αυτή η νοοτροπία, όσο «ώριμη» κι αν παρουσιάζεται από το Μέγαρο Μαξίμου, οδηγεί σταδιακά αλλά αναπόδραστα σε απώλεια στρατηγικού χώρου.

 

Το Κυπριακό ως δείκτης εθνικής κυριαρχίας

 

Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει δώσει εδώ και χρόνια ο Σαμαράς στο Κυπριακό, όχι ως μεμονωμένο ζήτημα, αλλά ως δείκτη. Αν η Ελλάδα αποδεχθεί τη μετατροπή του από πρόβλημα εισβολής και κατοχής σε τεχνικό ζήτημα «διευθέτησης» δύο κοινοτήτων, τότε έχει ήδη αποδεχθεί ότι η κυριαρχία μπορεί να επαναπροσδιοριστεί για λόγους ευκολίας. Και αν γίνει αυτό στην Κύπρο, δεν υπάρχει καμία εγγύηση ότι δεν θα επιχειρηθεί κάτι αντίστοιχο και αλλού, στο Αιγαίο ή στη Θράκη.

 

Η ανάγνωση που έχει κάνει ο Σαμαράς για την Τουρκία είναι εξίσου ρεαλιστική και αμείλικτη. Ο Σαμαράς δεν πιστεύει στις «μεταμορφώσεις» της Άγκυρας. Πιστεύει στις τακτικές προσαρμογές. Έχει δηλώσει επανειλημμένα ότι κάθε περίοδος φαινομενικής αποκλιμάκωσης είναι μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής ένταξης των τουρκικών διεκδικήσεων σε ένα πακέτο διεθνών ρυθμίσεων που θα τις καταστήσουν αποδεκτές, αν όχι θεμιτές.

 

Γι’ αυτό και –ορθά– αντιμετωπίζει με σκεπτικισμό τη λογική της «προληπτικής συναίνεσης». Δεν θεωρεί ότι η «καλή συμπεριφορά» αποδίδει σε έναν κόσμο όπου το βασικό νόμισμα είναι η χρησιμότητα. Αντίθετα, πιστεύει ότι όποιος δεν δείχνει ικανός να μπλοκάρει διαδικασίες, απλώς παρακάμπτεται. Και ότι η ισχύς –διπλωματική, πολιτική, συμμαχική– δεν διακηρύσσεται, αλλά υπονοείται μέσα από στάσεις που έχουν κόστος για τους άλλους.

 

Η σκληρή ειρωνεία της πραγματικότητας

 

Οι δημόσιες και διαρκείς τοποθετήσεις του Σαμαρά ενοχλούν, γιατί απλά αφαιρούν το… άλλοθι της άγνοιας. Δεν επιτρέπει να παρουσιαστεί η προσαρμογή ως στρατηγική και η υποχώρηση ως ρεαλισμός. Υπενθυμίζει ότι η σταθερότητα που βασίζεται στην αποδοχή ξένων σχεδιασμών είναι εύθραυστη και προσωρινή.

Οι δηλώσεις του Ντόναλντ Τραμπ στο τέλος του 2025 λειτουργούν, υπό αυτό το πρίσμα, ως μια καθυστερημένη αλλά ηχηρή επιβεβαίωση των προειδοποιήσεων που ο Αντώνης Σαμαράς διατυπώνει εδώ και καιρό. Όχι με όρους προσωπικής δικαίωσης, αλλά με τη σκληρή ειρωνεία της πραγματικότητας: όσα παρουσιάζονταν ως «υπερβολές» ή «παλαιοκομματικές φοβίες» αποδεικνύονται, τελικά, η νέα κανονικότητα.

 

Όταν ο Σαμαράς μιλούσε για έναν κόσμο όπου οι ισχυροί θα συνεννοούνται πάνω από τα κεφάλια των μικρών, δεν περιέγραφε ένα θεωρητικό σενάριο. Περιέγραφε το τέλος της αυταπάτης ότι η Δύση λειτουργεί ακόμη με αξιακούς αυτοματισμούς. Οι εγκωμιαστικές δηλώσεις του Τραμπ για τον Ερντογάν, η ανοιχτή του διάθεση να επανεντάξει την Τουρκία στο πρόγραμμα των F-35 και η πίεση προς το Ισραήλ για «συνεννόηση» με την Άγκυρα αποτυπώνουν με ωμό τρόπο αυτό ακριβώς που ο Σαμαράς προσπαθεί να εξηγήσει: ότι η γεωπολιτική δεν τιμωρεί την επιθετικότητα, αν αυτή είναι χρήσιμη.

 

Το ρήγμα – Η διορατικότητα απέναντι στην αυταπάτη

 

Η διαφορά των δύο κόσμων είναι πλέον χαοτική. Από τη μία, ο Αντώνης Σαμαράς έχει πλήρη επίγνωση της κατάστασης. «Είδε» τις κινήσεις του Τραμπ και τη στροφή στη «διπλωματία της συναλλαγής» πολύ πριν ο Αμερικανός Πρόεδρος ανοίξει τα χαρτιά του. Προειδοποίησε ότι η κατευναστική στάση δεν φέρνει ειρήνη, αλλά αποθράσυνση.

 

Από την άλλη, η κυβέρνηση Μητσοτάκη συνεχίζει να περηφανεύεται για μια «συνθήκη φιλίας» που στην πράξη αποδείχθηκε το «χρυσό εισιτήριο» της Τουρκίας για τα σαλόνια της Ευρώπης. Μια διακήρυξη που ξέπλυνε το προφίλ του Ερντογάν, επιτρέποντάς του να παρουσιάζεται ως θεσμικός συνομιλητής, την ώρα που ο αναθεωρητικός του λόγος και οι παραβιάσεις στο Αιγαίο έχουν επιστρέψει με πιο έντονο και επικίνδυνο ρυθμό.

 

Η «σιωπή» της Αθήνας έγινε εκκωφαντική στην πρόσφατη Τριμερή Σύνοδο με το Ισραήλ και την Κύπρο. Εκεί, μπροστά στους στρατηγικούς μας εταίρους, ο Μητσοτάκης δεν τόλμησε να ξεστομίσει ούτε μία προειδοποίηση, ούτε μία αιχμή για την τουρκική επιθετικότητα, μην τυχόν και διαταραχθούν τα υποτιθέμενα «ήρεμα νερά».

 

Σε έναν κόσμο όπου οι «ισχυροί φίλοι» του Τραμπ ανταμείβονται και οι πρόθυμοι διευκολυντές σπανίως ακούγονται, η μεγαλύτερη απώλεια δεν είναι μια κακή συμφωνία. Είναι η ψευδαίσθηση ότι η σιωπή αποτελεί στρατηγική. Και το 2026, δυστυχώς, δείχνει να είναι η χρονιά που θα πληρώσουμε αυτόν τον λογαριασμό.

 

Αν πρέπει να ρισκάρουμε μία πρόβλεψη για το 2026, αυτή θα έχει ως ορόσημο τον Ιούνιο και τη Σύνοδο του ΝΑΤΟ παρουσία Τραμπ. Εκεί, είναι ορατός ο φόβος ότι θα δούμε την «τεχνική» επικύρωση αυτού που ο Αντώνης Σαμαράς προσπάθησε να αποτρέψει: τη μετατροπή του Αιγαίου από θάλασσα εθνικής κυριαρχίας σε έναν ουδέτερο «ΝΑΤΟϊκό διάδρομο» εμπορίου και ενέργειας, υπό την «προστασία» των ΗΠΑ και την εποπτεία της Τουρκίας.

 

Η κυβέρνηση θα το παρουσιάσει πιθανότατα ως θρίαμβο ασφαλείας («βάλαμε το ΝΑΤΟ στο Αιγαίο»), αλλά στην ουσία θα πρόκειται για την οριστική αποδοχή ότι σε έναν κόσμο συναλλαγών, η ελληνική κυριαρχία έγινε το αντάλλαγμα για την ησυχία μας. Μακάρι να διαψευστούμε. Αλλά η σιωπή της Αθήνας μπροστά στις εξελίξεις δεν αφήνει περιθώρια αισιοδοξίας.

ΠΗΓΗ  www.iapopsi.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *